κτήση

κτήση
[-ις (-εως)] η
1) владение; приобретение (действие); 2) имущество; 3) владение;

αποικιακή κτήση — колониальное владение


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "κτήση" в других словарях:

  • κτήση — η (AM κτῆσις, έως, Α ιων. γεν. ιος) 1. απόκτηση, πρόσκτηση, κατοχή («χρημάτων καὶ κτημάτων κτῆσιν», Πλάτ.) 2. αυτό που κατέχει κάποιος, ιδιοκτησία, περιουσία, κτήμα («κτῆσίν τε ἔχειν τῶν χρυσείων μετάλλων ἐργασίας», Θουκ.) νεοελλ. ξένη χώρα που… …   Dictionary of Greek

  • κτήση — η 1. απόκτηση, κατοχή. 2. χτήμα, ιδιοκτησία. 3. ξένη χώρα που κατέχεται από άλλο κράτος το οποίο έχει αποκτήσει δικαιώματα κυριότητας: Η Αγγλία έφερνε από τις κτήσεις της τις πρώτες ύλες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κτήσῃ — κτάομαι procure for oneself aor subj mid 2nd sg κτάομαι procure for oneself fut ind mid 2nd sg κτέομαι procure for oneself aor subj mp 2nd sg κτέομαι procure for oneself fut ind mp 2nd sg κτή̱σηι , κτῆσις acquisition fem dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κτήσηι — κτήσῃ , κτάομαι procure for oneself aor subj mid 2nd sg κτήσῃ , κτάομαι procure for oneself fut ind mid 2nd sg κτήσῃ , κτέομαι procure for oneself aor subj mp 2nd sg κτήσῃ , κτέομαι procure for oneself fut ind mp 2nd sg κτή̱σηι , κτῆσις… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γιβραλτάρ — I Έκταση: 6,5 τ. χλμ. Πληθυσμός: 27.714 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: ΓιβραλτάρΠεριοχή στην άκρη της νοτιοδυτικής Ευρώπης, που τελεί σε καθεστώς αποικίας της Μεγάλης Βρετανίας. Η συνολική έκτασή του είναι 6,5 τ. χλμ. και ο πληθυσμός 27.714 κάτ. (2002)… …   Dictionary of Greek

  • Κέιμαν, νησιά — Νησιά (συνολική έκταση 262 τ. χλμ., 36.273 κάτ. το 2002) της Καραϊβικής θάλασσας στην Κεντρική Αμερική, που αποτελούν βρετανική κτήση. Περιλαμβάνουν τα νησιά Μεγάλο Κ., Κ. Μπρακ και Μικρό Κ. Πρωτεύουσα των ν.Κ. είναι η Τζόρτζταουν (Georgetown), η …   Dictionary of Greek

  • ιθαγένεια — (Νομ.). Όρος που υποδηλώνει τον νομικό δεσμό του ατόμου με το κράτος. Η εναλλακτική του ονομασία είναι υπηκοότητα. Η ι. είναι θεσμός που αναφέρεται στην προσωπική κατάσταση του ατόμου, ενώ ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη και το δημόσιο δίκαιο. Η ι.… …   Dictionary of Greek

  • Άγιος Πέτρος και Μικελόν — Νησιωτική κτήση (242 τ. χλμ., 6.928 κάτ. το 2001) της Γαλλίας στον Ατλαντικό ωκεανό. Πρωτεύουσα της κτήσης είναι η πόλη του Αγίου Πέτρου.Νησιωτική κτήση (242 τ. χλμ., 6.928 κάτ. το 2001) της Γαλλίας στον Ατλαντικό ωκεανό. Πρωτεύουσα της κτήσης… …   Dictionary of Greek

  • κτητικός — ή, ό (AM κτητικός, ή, όν) [κτητός] 1. αυτός που έχει τάση, διάθεση, εμπειρία ή επιτηδειότητα να αποκτά κάτι («τοὺς μὲν γὰρ οὔτε κτητικοὺς εἶναι τῶν οὐκ ὄντων οὔτε φύλακας δεινοὺς τῶν ὑπαρχόντων», Ισοκρ.) 2. γραμμ. αυτός που δηλώνει κτήση, που… …   Dictionary of Greek

  • νερό — Χημική ένωση με τύπο Η2Ο. Υπάρχει στη φύση σε μεγάλες ποσότητες, σε υγρή, στερεή και αέρια κατάσταση. Κάθε μόριό του αποτελείται από δύο άτομα υδρογόνου και ένα οξυγόνου Στην αρχαία ελληνική και στην καθαρεύουσα λέγεται ύδωρ. Το ν. είναι βασικός …   Dictionary of Greek

  • ντομίνιον — το αυτοκυβερνώμενη κτήση τής Μεγάλης Βρετανίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. dominion < λατ. dominium «εξουσία, κτήση» < λατ. dominus «δεσπότης, κύριος»] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»